Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Γιά πρώτη φορά..

Μου είπες “όχι άλλο” κι έφυγες.
Ζούσα βαφτισμένος στην απουσία σου. Κι η απουσία σου ήταν η πιο αστραφτερή παρουσία της ζωής μου. Όλα τα κατέλυε κι όλα τα αναγεννούσε απ’ την αρχή, σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις νέες. Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας. Αν κάθε κόσμος χρειάζεται τον ήλιο του για να τριγυρίζει γύρω του και να ρουφά ζωή, αυτό το δικό σου “όχι” έγινε τώρα ο ήλιος του κόσμου μου και γύρω απ’ αυτό γύριζε η ύπαρξή μου συνεχώς.
Σε νοσταλγούσα.
Η νοσταλγία δίνει στην ζωή ουσία και ανάταση. Αθωώνει τις ψυχές κι ευαισθητοποιεί το δέρμα. Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό κι ονειροπόλο. Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα, οιωνούς και υπαινιγμούς.
Κυκλοφορούσα ανάμεσα σε σύμβολα και υπαινιγμούς, όλα γύρω από σένα κι αυτό μετάγγιζε στη καθημερινότητά μου ποίηση και συγκίνηση. Το ανούσιο σκηνικό της καθημερινότητάς μου μεταποιήθηκε σε ένα μυστηριακό ιερογλυφικό που ξεκίνησα με ζήλο παθιασμένο να αποκρυπτογραφήσω.
Όλα του βίου μου πήραν μια θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερωτηματικό της καρδιάς μου: Πότε θα ξανάρθεις;
Νοσταλγώντας σε, γινόμουν άμορφος κι αδικημένος. Η αίγλη του αδικημένου έριχνε στο πρόσωπό μου χλωμό φωτοστέφανο και με ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους γύρω μου που κανείς καημός δεν εξάγνιζε το δικό τους βλέμμα.
Βαφτισμένη στην απουσία σου, πήρε επιτέλους σκοπό η ζωή μου.
Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ότι μας λείπει, εγώ από την ώρα που έφυγες σε λάτρεψα. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν την σημασία που μπορεί να έχει η απουσία τους θα τη χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους. Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.
Η απουσία σου μου γέμιζε την ζωή μου την άδεια. Δεν υπήρχε κενό μέσα μου ή έξω μου που να μην κύλησε η απουσία σου σαν πλημμύρα μπόρας και να το πλημμύρισε. Μήπως κι ο Θεός με την απουσία του δεν εμφανίζεται; Απών σε προκαλεί να τον αναζητάς, να τον οραματίζεσαι και την έκσταση η ερημιά στην φωτιάζει.
Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ζωντανός απ΄την απουσία σου, συνειδητοποιημένος απ’ την σιωπή σου. Ονειροπαρμένος, πληγωμένος, προσανατολισμένος στην αναμονή σου. Ήρωας τραγωδίας μικρής.
Για πρώτη φορά ήξερα με σιγουριά τι θέλω: Να επιστρέψεις!

Μάρω Βαμβουνάκη.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

..δεν ακούς που ρονρονίζω.

"Σε θέλω" από την "πορνογραφία" του Μάνου χατζιδάκι(1982)

Σε μια ατέλειωτη παρτίδα σε κερδίζω και σε χάνω
και ποντάρω τη ζωή μου στην αγάπη σου απάνω
Ερωτόκριτος θα γίνω και το δράκο θα ξεκάνω
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω

Δεν ακούς που ρονρονίζω σαν ερωτευμένος γάτος
σαν της Βίβλου το καμίνι και σαν φλεγομένη βάτος
με τραγούδια σκάβω τούνελ τρεις χιλιάδες μέτρα βάθος
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω

Ξανά είχα αγαπήσει κι αρρώστησα καιρό
μα τούτο είναι φρενίτιδα και πάθος φοβερό.

Με βελόνες πυρωμένες τατουάζ θε να χτυπήσω
μια καρδιά και μ' αλυσίδες κι άγκυρες θα τη στολίσω
και τα μπράτσα με ξυράφι πόντο-πόντο θα μετρήσω
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω.

Πάρε κρητικό μαχαίρι κι έλα κόψε το λαιμό μου
και το αίμα σε μαντήλι μάζεψέ το το δικό μου
και στον κόσμο, αν σε ρωτήσει, πες πως το 'κανες μωρό μου
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Αγάπη..

Μάνος Χατζιδάκις - Το Νησί


Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους...

'Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα
τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη......
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την
τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη άρχισε να ζητάει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει:
-'Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;'
-'Όχι, δεν μπορώ' απάντησε ο Πλούτος. 'Έχω ασήμι και χρυσάφι στο
σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα'.
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-'Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-'Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη.. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου' της απάντησε η Αλαζονεία.

H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από
αυτή βοήθεια.
-'Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου'.
-'Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η
Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη, αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-'Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!'
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε,
ρώτησε τη Γνώση:
-'Γνώση, ποιος με βοήθησε';
-'Ο Χρόνος' της απάντησε η Γνώση.
-'Ο Χρόνος;' ρώτησε η Αγάπη. 'Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;'
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
'Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η
Αγάπη'.

Μάνος Χατζιδάκις - 'Το Νησί'

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

ε ναι λοιπόν,τα ήπια σήμερα..

πήρα στο ταξί κάποτε μιά πελάτισα..δασκάλα φλάουτου..τη ρώταγα να μάθω.
την άλλη μέρα κ γιά δυό εβδομάδες έψαχνα γιά φλάουτο..βρήκα ένα καλό.650 ευρώ.τα άξιζες όλα.δεν πρόλαβα να το αγοράσω..θα σε φέρνανε άραγε οι νότες πιό κοντά?
γράφω ασυναρτησίες 'εχω κάνει κ παρέα με πολύ ποτό σήμερα.όταν σε γνώρισα δεν έπινα με μεθούσες εσύ..
κι αυτή η τσάντα που είπες ότι με περιμένει,γιατί δε μου τηλεφωνείς..όλα μου τα όνειρα σε μια τσάντα τι ειρωνεία.
το κορμί σου ένα δέντρο δίχως ίσκιω,ένα αίνιγμα που μου φωνάζει λύστω.ωραίος στίχος..
θα ξεχάσω να θυμάμαι κι είναι κρίμα κι άδικο,γαμότο.
σου είχα πει δε μαρέσουν τα σημάδια..γιατί με άκουσες κ τώρα δεν έχω κάτι να θυμάμαι..κι αυτό το κινητό σου δε θυμάμαι τίποτα άλλο απο τηλέφωνα τι κι αν το έσβησα υπάρχει στη μνήμη μου γαμότο..
κι αυτος ο χρόνος που τα γιατρεύει όλα που στα τσακίδια είναι?????

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Κορώνα-Γράμματα..

Ώρες ατέλειωτες..ακίνητες.
Νύχτες υγρές,βουτηγμένες στο ποτό και στην αλμύρα των ματιών.
Φλέβες τεντωμένα σχοινία,που αντέχουν.
Απορίες μετέωρες στο βήμα κάποιον..
Χρώμα πράσινο,χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια.
Ψηλαφίζω τα σημεία να καταλάβω τι λένε,μαθαίνω τη γλώσσα των τυφλων.
Όψεις δύο,νόμισμα που κύλισε.Διαλέγω τη κορώνα κι ας ξέρω ότι θα χάσω,ποτέ δεν μάρεσε η λογική των αριθμών.
Σκάψε με τώρα που αντέχω..ακόμα.
Στάση πτωτική,κατακόρυφη..
Μετάνιωσες??..ποτέ!

Διαδικασία ολοκλήρωσης,ετοιμότητας,για να σκαφτώ και πάλι..

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Η φωτιά στο αίμα..






Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο
βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω

Αν είχα θάρρος για να πω το έλα
τώρα δε θα ‘χα τη φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ‘ταν άσπρη η τρέλα
αν είχε σώμα θα ‘ ταν πάλι ψέμα

Κοίτα τα χέρια πώς γυρνούν στον τοίχο
σα να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου

Μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
να ‘χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει

Τίποτα σημαντικό
Ζω μονάχα εν λευκώ

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λένε οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει

Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα ‘τανε φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ‘ταν άσπρο ο φόβος
αν είχε σώμα θα ‘ταν σαν κι εμένα

Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε σ’το πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν ‘ανέβεις

Και σε λυπούνται που δεν το ‘χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος

Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω

Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτόν το τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να ‘ναι σαν κι εμένα

Τίποτα σημαντικό
Ζω μονάχα εν λευκώ

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Πάλι θα στη δώσω..

...Κι αν σου λέω πως όλα έχουν τελειώσει,πάλι θα στη δώσω τη καρδιά..
δεν είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς..είναι που δεν θέλω να κάνω αλλιώς.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Τελευταία ευκαιρία?

Πόσες πιά ευκαιρίες?πόσα ελαφρυντικά να δώσω πιά?
Ανάσταση κι εγώ ελπίζω σε μιά τελευταία ευκαιρία γιά σένα γιά μένα...γιά μας..
Ανάσταση και περιμένω να τη δω..χάθηκα στο συναίσθημα πάλι..με ψάχνω..πάλι..

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Λέξεις,αυτά τα ξένα σώματα..

"Σ'αγαπώ κι αγαπώντας σε,σε περιέχω.
Στο εδώ είναι το παντού και στο καθετί τα πάντα.
Είμαι ήσυχη και κίνδυνο δεν έχω.
Γιατί τον πόνο και τη χαρά αρχίζω να την δέχομαι με την ίδια ευγνωμοσύνη,το μικρό και το μεγάλο με την ίδια έκπληξη..
Το τίποτα και το όλα αρχίζω να τα κοιτώ σαν όψεις του ίδιου νομίσματος
που δίχως την μιαν όψη είναι κίβδηλο.

Η αγάπη δεν είναι κατά περίσταση,η αγάπη είναι άνευ όρων,
δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν,η αγάπη είναι έξοδος
γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.

Οι λέξεις είναι φυλακή,κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο
που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δε φυλακίζεται.
Οι λέξεις ταρυχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.

Αρχίζω να εμπιστεύομαι τη ζωή και να μην έχω αγωνία.
Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας?"

Μάρω Βαμβουνάκη"σ'αγαπώ κ αγαπώντας σε,σε περιέχω"

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Μια κτητική αντωνυμία..

Προσπαθούσα να καταλάβω τι έγινε μετά από το Σαββατο που είπες τελειώσαμε..Τι έγινε και από την Κυριακή, είμασταν πιο μαζί από ποτέ.
Μου είπες ότι τώρα πια χαλαρωσες.
Πάντα μου άρεσε να σε βλέπω χαλαρή.
Για άλλη μια φορά λοιπόν..σε ακολούθησα.
Έσβησα τη λέξη σχέση από ανάμεσά μας.
Μαζί σου λοιπόν..χωρίς σχέση.
Μωρό μου (γιατί επιμένω να σε λέω έτσι), ξέχασες να μου πεις κάτι εκτός από οτι χαλάρωσες. Ότι δεν σου αρέσουν οι κτητικές αντωνυμίες.
Δεν ήμουν πια η Κατερίνα ΣΟΥ. Ήμουν απλά μια Κατερίνα..

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Είναι που είμαι εγώ..

Είναι οι ώρες που κοιμάσαι δίπλα μου,οι ώρες που ξυπνάς δίπλα μου॥
Είναι η γκρίνια σου όταν σε πονάνε τα σιδεράκια το βράδυ, η γκρίνια σου όταν δεν σαρέσει ο τρόπος μου॥
Είναι το παράπονό σου όταν τα θέλεις όλα, το παράπονό σου όταν βρέχει κ δεν σαρέσει॥
Είναι το πάθος που μαγειρεύεις, το πάθος που κάνεις έρωτα॥
Είναι η παιδικότητα σου όταν κυνηγάς τον Ντένις, η παιδικότητά σου όταν φλερτάρεις॥
Είναι ο τρόπος που έρχεσαι, ο τρόπος που κάθε φορά φεύγεις॥
Είναι το τσουλούφι από τα μαλλιά σου στο μετωπό σου,τα σημάδια στο προσωπό σου που δεν σαρέσουν και λατρεύω॥
Είναι που είσαι εσύ, εσύ που έδωσες νόημα στα ανόητα μου॥
Είναι που είμαι εγώ, εγώ που σαγαπώ τόσο ανόητα..

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Καθημερινό δρομολόγιο..

Έρχεσαι και φεύγεις κάθε μέρα. Σαν τα καθημερίνα δρομολόγα των λεωφωρείων.
Έχω ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που πήρα κάποιο λεωφορείο. Σίγουρα πάνε πολλά χρόνια. Και νά μαι τώρα πιστός επιβάτης να περιμένω την κάθε σου άφιξη.
Σαν να πρέπει τώρα με κάποιο τρόπο να αναπληρώσω όλα αυτά τα χρόνια της αποχής μου.
Τα πόδια μου έχουν κολήσει στη στάση,αρνούνται να ακούσουν τη φωνή μου που τα εκληπαρεί να φύγουν.
Μπαίνω κάθε μέρα σαν κλέφτης,παράνομα,χωρίς εισιτήριο και σε ακολουθώ πιστά σε όποια διαδρομή διαλέξεις εσύ....με την ελπίιδα να με κάνεις και πάλι συνοδηγό σου.
Μόνο να, είναι αυτη η σκέψη που έρχεται και κάνει τα πόδια μου να τρέμουν..φοβάμαι την μέρα που θα ορμήξω σαν καταδιωκόμενος απατεώνας στο πρώτο διερχόμενο ΙΧ και θα φύγω μαζί του, αφήνωντάς πίσω μου τη στάση της δική σου γραμμής.

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Απαγορευτικό απόπλου..

Δεν ήθελε και πολύ να βγει σήμερα το βράδυ. "Έλα, έχει παρτυ το booze."
Πήγε, όλοι οι φίλοι και γνωστοί ήταν εκεί. Ωραία βραδυά. Έβαλε το φιλτράκι στο στόμα της, έστριψε το τσιγάρο και τότε πέρασε εκείνη, με θάρρος, με ύφος κατακτητή, πήρε το φιλτράκι απο τα χείλη της και τα άφησε εκεί, μόνα τους, κενά, σαν καρφί στον τοίχο χωρίς το κάδρο του.
Έμεινε για λίγο να την κοιτάζει που χάθηκε στον κόσμο και στη μουσική, και με το ίδιο θάρρος πήγε προς το μέρος της. Ζήτησε πίσω το υπόλοιπο από το παζλ του τσιγάρου της. Απλώχερα το πήρε, όπως απλώχερα πήρε και τη συνέχεια της βραδυά, και πολλά άλλα για τους επόμενους μήνες.
Κάθε μέρα μαζί με κάθε τσιγάρο, έφτιαχνέ και το δικό τους παζλ. Μέρα με τη μέρα μεγάλωνε και γινότανε πιό όμορφο. Ένας καινούριος κόσμος κάθε φορά απλωνότανε στα μάτια της.
Έκλεινε τις πόρτες και τα παράθυρόφυλα κάθε μέρα, από φόβο μήπως φυσίξη αέρας και διαλύσει το παιχνίδι τους, το δικό τους τώρα πιά παζλ.
Κυλούσαν οι μέρες και οι νύχτες, σταμάτησε να κλειδαμπαρώνει τα πορτοπαράθυρα..σαν να έπαψε να υπάρχει ο αέρας ως φυσικό φαινόμενο.
Φύσιξε βοριάς, αμείλικτος, με τόσα μποφόρ που βγήκε απαγορευτικό στο λιμάνι της.
Τα κομάτια του πάζλ, σκόρπισαν τριγύρω, οι εικόνες που με τόσο φροντίδα είχε φτιάξει χάθηκαν στην δίνη του ανέμου.
Έμεινε εκεί, όπως την πρώτη μέρα, να κοιτάζει το χάσιμο. Σαν καρφί στο τοίχο χωρίς το κάδρο του..Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να παει κοντά της...είχε απαγορευτικό απόπλου.